Τρέξιμο σε μονοπάτια και πιθανή συνάντηση με φίδια

Μετά το συνηθισμένο πλέον καλοκαιρινό Σαββατιάτικο ξενύχτι, το καθυστερημένο πρωινό ξύπνημα, χωρίς ξυπνητήρι, ήταν αναμενόμενο. Δυστυχώς, η απογευματινή Κυριακάτικη κοινωνική υποχρέωση, δεν άφηνε πολλά περιθώρια στο Μεγάλο Συνεχόμενο Τρέξιμο, αν δεν ήθελα να χαθεί. Έπρεπε να γίνει σε τελείως ακατάλληλη, για την εποχή, ώρα. Εκκίνηση λοιπόν στις 11.30π.μ. στα μέσα του Ιούλη!

Το δίλλημα ήταν: άσφαλτος, με καλοκαιρινή Κυριακάτικη έξοδο οδηγών και κίνδυνο ατυχήματος ή θερμοπληξίας ή βουνό στα πανέμορφα μονοπάτια του Σταυρού Θεσσαλονίκης με κίνδυνο να τρέχω παρέα με τα φίδια; Η λογική και η αίσθηση μου υπέδειξε το δεύτερο,  με μπόνους την μοναδική ηρεμία της ελληνικής φύσης. 

Καπέλο, υδροδοχείο και κινητό (όταν πηγαίνω μόνος) τα απαραίτητα αξεσουάρ. Τα δύο ξύλα που συνέλλεξα στην αρχή του χωματόδρομου, αντί μπατόν, ήταν έμπνευση της στιγμής. Το μήκος τους λίγο πάνω από ένα μέτρο, ιδανικά ώστε να μην ενοχλούν στο τρέξιμο, αλλά να μπορούν να ακουμπούν στο έδαφος στις ανηφόρες.

Lets VIBER!

Καμια προσπαθεια δεν ειναι … λιγη!

Ήταν πριν δεκαεπτά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, όταν με το τέλος του καλοκαιριού, μαζί με τις υπόλοιπες αλλαγές που «ανακοινώνουμε» στον εαυτό μας ότι θα κάνουμε … από Σεπτέμβριο, ξεκίνησα περιστασιακά το τρέξιμο αντοχής. Στους χωματόδρομους , κυρίως, του δάσους του Σέιχ-Σου και σπανιότερα στο βοηθητικό στάδιο του Καυτατζογλείου έτρεχα όχι περισσότερο από 30 λεπτά σε πολύ αργούς ρυθμούς και ποτέ περισσότερο από 8 χιλιόμετρα, που ήταν και το μεγαλύτερο συνεχόμενο που είχα κάνει ως τότε. 

Κάπου εκεί, έτυχε να ακούσω για τον επονομαζόμενο τότε, Αλεξάνδρειο Δρόμο, έναν αγώνα 20 χιλιομέτρων στην παραλία της Θεσσαλονίκης,. Αποφάσισα να συμμετάσχω με το σκεπτικό ότι ακόμα και 15 ή 12 χιλιόμετρα  να έκανα και έπειτα να εγκατέλειπα θα ήταν μεγάλη επιτυχία για τα  τότε δεδομένα μου. Ίσως  την επόμενη χρονιά με περισσότερο χρόνο στη διάθεσή μου για προπόνηση να κατάφερνα να τερματίσω επιτυχώς.